γλύφανος

γλύφ-ᾰνος [ῠ], , ([etym.] γλύφω)
A tool for carving, knife, chisel, h.Merc.41, Theoc.1.28; γ. καλάμου pen-knife, AP6.63 (Damoch.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γλύφανος — tool for carving masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλυφεῖα — γλύφανος tool for carving neut nom/voc/acc pl γλυφεῖον neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλυφεῖον — γλύφανος tool for carving neut nom/voc/acc sg γλυφεῖον neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλυφάνοιο — γλύφανος tool for carving masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλυφάνοισι — γλύφανος tool for carving masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλυφάνων — γλύφανος tool for carving masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλυφάνῳ — γλύφανος tool for carving masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλύφανον — γλύφανος tool for carving masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλύφανο — το (Α γλύφανος, ο) [γλύφω] εργαλείο με το οποίο ο γλύπτης λαξεύει μάρμαρο, ξύλο, μέταλλο κ.λπ. αρχ. είδος μαχαιριού, σουγιάς …   Dictionary of Greek

  • ευγλύφανος — εὐγλύφανος, ον (Α) ο εύγλυπτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + γλύφανος «σμίλη» (< γλύφω)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.